Οι ποικιλίες και οι ιδιαίτερες φροντίδες της επιτραπέζιας ελιάς

Η ελιά καλλιεργείται στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο για περισσότερα από 6.000 χρόνια. Κατά τη χρονική περίοδο αυτή έχουν εξελιχθεί, εγκλιματιστεί και καλλιεργούνται στην Ελλάδα περισσότερες από 100 γηγενείς ποικιλίες ελιάς, λαδολιές, διπλής χρήσεως και επιτραπέζιες.

Από τις 100 ποικιλίες ευρύτερα γνωστές είναι περίπου οι μισές, ενώ επίσημα καταγεγραμμένες περίπου το 40-45% των υπαρχόντων.

Οι περισσότερο γνωστές ελληνικές ποικιλίες ελιάς είναι:
Μικρόκαρπες: Κορωνέϊκη, Κουτσουρελιά, Λιανολιά Κερκύρας, Μαστοειδής, Μαυρολιά Μεσσηνίας και Θιακή.
Μεσόκαρπες: Μεγάρων, Κοθρέικη, Βαλανολιά, Αδραμυττινή, Θρουμπολιά Αιγαίου, και Αγουρομάνακο.
Αδρόκαρπες: Καλαμών, Αμφίσσης (Κονσερβολιά), Καρυδολιά Χαλκιδικής και Γαϊδουρελιά (Δαμασκηνολιά).

Εκτός από τις αδρόκαρπες ποικιλίες ελιάς ως επιτραπέζιες χρησιμοποιούνται και πολλές μεσόκαρπες ποικιλίες σημαντικότερες από τις οποίες είναι η Μεγάρων, η Κοθρέικη, η Θρουμπολιά Αιγαίου, η Θασίτικη, η Κολλυρέϊκη και η Μαρώνειας, αλλά και κάποιες μικρόκαρπες όπως για παράδειγμα η Μαστοειδής.

Εκτός από τις τέσσερις προαναφερθείσες αδρόκαρπες ποικιλίες ελιάς υπάρχουν και πολλές άλλες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως επιτραπέζιες. Πιο γνωστή απ` όλες είναι η Κολυμπάδα και λιγότερο γνωστές η Αμυγδαλολιά, η Στρογγυλολιά, η Καρυδολιά και η Βασιλικάδα.

Καλλιεργητικές συμβουλές: φύτευση

Για την παραγωγή μεγαλύτερης και καλύτερης ποιότητας επιτραπέζιων ελιών εκτός από τις απαραίτητες επεμβάσεις φυτοπροστασίας θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και στις αποστάσεις φύτευσης, τις επικονιάστριες ποικιλίες, τα υποκείμενα, τα κλαδέματα και τις λιπάνσεις.

Οι αποστάσεις φύτευσης στις επιτραπέζιες ποικιλίες ελιάς θα πρέπει να είναι μεγαλύτερες από εκείνες των ελαιοποιήσιμων ποικιλιών για να υπάρχει όσο το δυνατόν καλύτερος αερισμός και φωτισμός στα φυτά. Συνήθως αυτές κυμαίνονται από 6-8 μέτρα γραμμή από γραμμή και 6-7 μέτρα επί των γραμμών. Για τη νάνα ποικιλία Αμυγδαλιά οι αποστάσεις αυτές είναι μικρότερες, 5-6 μέτρα γραμμή από γραμμή και 4-5 μέτρα επί των γραμμών. Κατά τα πρώτα χρόνια καλλιέργειας οι αποστάσεις φύτευσης των φυτών επί των γραμμών μπορούν να είναι το μισό των τελικών, δηλαδή αντί για 6-7 μέτρα να είναι 3-3,5 μέτρα επί των γραμμών. Στη συνέχεια καθώς μεγαλώνουν τα δένδρα τα ενδιάμεσα δένδρα αφαιρούνται.

Η βιολογία των ανθέων

Οι ποικιλίες της ελιάς όσο αφορά τη βιολογία των ανθέων τους, κατατάσσονται σε αυτογόνιμες, μερικώς αυτογόνιμες και αυτόστειρες ποικιλίες. Έχει αποδειχθεί όμως ότι ακόμα και στις αυτογόνιμες ποικιλίες η σταυρογονιμοποίηση βοηθάει στην καλύτερη καρπόδεση αλλά και στην καλύτερη ποιότητα των παραγόμενων καρπών. Η συμπεριφορά των ποικιλιών ελιάς, όσο αφορά το αυτογόνιμο ή το αυτόστειρο, εξαρτάται και επηρεάζεται από το περιβάλλον.
Από τις 4 κύριες επιτραπέζιες ποικιλίες ελιάς η Καρυδολιά Χαλκιδικής είναι αυτόστειρη, ενώ οι άλλες τρεις θεωρούνται αυτογόνιμες ή κατ` άλλους μερικώς αυτόστειρες. Ειδικότερα για την ποικιλία Καλαμών η χρήση επικονιαστριών ποικιλιών θα πρέπει να θεωρείται απαραίτητη. Η αναλογία των κύριων ποικιλιών προς τις επικονιάστριες ποικιλίες κυμαίνεται από 8:1 έως και 12:1.

Τρόπος πολλαπλασιασμού

Η προέλευση, δηλαδή ο τρόπος πολλαπλασιασμού των δένδρων, είναι επίσης κεφαλαιώδους σημασίας. Οι ποικιλίες Καρυδολιά Χαλκιδικής και Αμφίσσης (Κονσερβολιά) είναι μεν εύκολες στο πολλαπλασιασμό τους με φυλλοφόρα μοσχεύματα στην υδρονέφωση, αλλά παράλληλα και πολύ ευαίσθητες στη Βερτιτσιλλίωση. Γι` αυτό όπου ενδημεί η ασθένεια δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται δενδρύλλια από μοσχεύματα ή εμβολιασμένα σε τυχαία σπορόφυτα - κουτσουράκια. Αντίθετα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται δενδρύλλια εμβολιασμένα σε κλωνικά υποκείμενα ανθεκτικά στο Βερτιτσίλλιο. Η Γαϊδουρελιά επίσης πολλαπλασιάζεται εύκολα με φυλλοφόρα μοσχεύματα στην υδρονέφωση αλλά τα δενδρύλλια από μοσχεύματα είναι περισσότερο ανθεκτικά στην ξηρασία από τα εμβολιασμένα σε τυχαία σπορόφυτα - κουτσουράκια. Τέλος η Καλαμών επειδή δεν ριζοβολεί εύκολα πολλαπλασιάζεται σχεδόν αποκλειστικά με εμβολιασμό. Σε περιοχές όπου ενδημεί το Βερτιτσίλλιο η Καλαμών θα πρέπει επίσης να εμβολιάζεται σε κλωνικά υποκείμενα ανθεκτικά σε αυτό, ενώ σε περιοχές με λίγα νερά να εμβολιάζεται σε υποκείμενα ανθεκτικά στην ξηρασία.

Αγριελιές και ήμερες αδέσποτες

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι οι αγριελιές, με τη βοτανική έννοια του όρου, έχουν εκλείψει από τον ευρύτερο ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, το Αιγαίο και την Κρήτη, εδώ και εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια. Συνεπώς οι αυτοφυείς ελιές που βρίσκονται στα βουνά και έχουν φυτρώσει από σπόρο δεν είναι αγριελιές, αλλά ήμερες «αδέσποτες» ελιές. Αυτό συμβαίνει γιατί η γύρη που διασκορπίζεται με τον αέρα από τους προοδευτικά αυξανόμενους πληθυσμούς καλλιεργούμενης ελιάς έχει εκφυλίσει όλους τους προϋπάρχεις πληθυσμούς αγριελιάς τόσο πολύ ώστε σήμερα να μην υπάρχουν πλέον αγριελιές. Τα αποτελέσματα αυτά έχουν πλέον τεκμηριωθεί και επιστημονικά. Επισημαίνεται ότι η μικροφυλλία και η πυκνή φυλλοταξία των αυτοφυών ελιών δεν είναι χαρακτηριστικό αγριελιάς αλλά χαρακτηριστικό νεανικότητας των δένδρων που και προοδευτικά με την ενηλικίωσης των δένδρων χάνεται.

Καλλιεργητικές συμβουλές: κλάδεμα και λίπανση

Η διαμόρφωση των δένδρων επιτραπέζιας ελιάς τις περισσότερες φορές γίνεται σε ελεύθερο κύπελλο, ένα σχήμα διαμόρφωσης πολύ διαδεδομένο που έχει δώσει πολύ καλά αποτελέσματα στην Ελλάδα. Στα πιο πυκνά σχήματα φύτευσης θα πρέπει να δοκιμαστεί και το μονοκωνικό σχήμα. Ειδικά για την ποικιλία Καλαμών γίνονται πειράματα για τον εντοπισμό υποκειμένων που θα της προκαλούν νανισμό, και/ή μεγαλοκαρπία, γεγονός που θα μειώσει δραστικά τα κόστη και θα αυξήσει το εισόδημα των ελαιοπαραγωγών.

Τέλος οι λιπάνσεις επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα των επιτραπέζιων ελιών. Το σημαντικότερο θρεπτικό στοιχείο, από τα τέλη του καλοκαιριού και μέχρι τη συγκομιδή των καρπών, είναι το κάλιο (Κ). Οι καλιούχες λιπάνσεις δίνουν καλύτερη ποιότητα σάρκας, και καλύτερο μαύρο χρώμα σε όσες ποικιλίες συγκομίζονται μαύρες. Το κάλιο μπορεί να χορηγηθεί τόσο με υδρολίπανση όσο και διαφυλλικά. Οι διαφυλλικές λιπάνσεις είναι πιο αποτελεσματικές. Ένα άλλο στοιχείο που επηρεάζει την καρπόδεση και την ποιότητα των καρπών είναι το Βόριο (Β). Η έλλειψη Βορίου ενωρίτερα της ανθοφορίας και κατά την ανθοφορία προκαλεί ακαρπία στα δένδρα και μετά την καρπόδεση στις ήδη σχηματισμένες ελιές το σύμπτωμα της «μύτης της μαϊμούς».

Γιώργος Κωστελένος
Γεωπόνος – Φυτωριούχος & ερευνητής
Τροιζήνα Τροιζηνίας

 

www.olivenews.gr

Αγροτικές Ειδήσεις

Οικονομία-Πολιτική

Ανθοκομικά Φυτά

Έρευνα

Περιβάλλον

Διατροφή

Δελτία Φυτοπροστασίας

JSN Megazine template designed by JoomlaShine.com
DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd