Πιθανή αύξηση των τιμών των καυσίμων λόγω του νέου συστήματος τιμολόγησης των εκπομπών

Πιθανή αύξηση των τιμών των καυσίμων λόγω του νέου συστήματος τιμολόγησης των εκπομπών

Από το 2027, η ΕΕ θα αρχίσει να τιμολογεί τις εκπομπές CO2 από τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές, με ένα νέο σύστημα τιμολόγησης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τη δεύτερη έκδοση του Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ 2- ETS2).

Όταν συμφωνήθηκε το σύστημα το 2023, οι Ευωρβουλευτές υποσχέθηκαν ότι οι τιμές θα παραμείνουν κάτω από 45 ευρώ ανά τόνο CO2, πράγμα που σημαίνει προσαύξηση της τιμής κατά περίπου 10 λεπτά ανά λίτρο ντίζελ ή βενζίνης.

Ο Peter Liese (CDU/EPP), ο οποίος ήταν ο επικεφαλής του εν λόγω νομοθετικού φακέλου, δήλωσε στο Euractiv ότι είναι «λίγο πιο απαισιόδοξος τώρα» ότι το όριο των 45 ευρώ μπορεί να διατηρηθεί, «επειδή βιώνουμε πισωγυρίσματα τόσο όσον αφορά την κινητικότητα όσο και τα κτίρια».

Δεδομένου ότι το ETS2 βασίζεται στην αγορά, εάν η Ευρώπη είναι λιγότερο επιτυχής στη σταδιακή μείωση της εξάρτησής της από τις πηγές ενέργειας έντασης CO2, η ζήτηση για πιστοποιητικά εκπομπών CO2 θα αυξηθεί και η τιμή του άνθρακα θα εκτοξευθεί αναλόγως. Ωστόσο, ο Liese πρόσθεσε ότι «είναι κοινό μας καθήκον να αποφύγουμε αυτό το σενάριο».

Οι εκπομπές από τα κτίρια, που προέρχονται κυρίως από τα συστήματα θέρμανσης, και αυτές από τις οδικές μεταφορές, δηλαδή από τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά, μειώνονται επί του παρόντος με βραδύτερο ρυθμό από ό,τι προβλέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Εν τω μεταξύ, οι πρόσθετοι νόμοι για τη μείωση των εκπομπών στους εν λόγω τομείς – όπως η οδηγία της ΕΕ για τα κτίρια ή ο γερμανικός νόμος για την απαγόρευση νέων λεβήτων αερίου και πετρελαίου (νόμος για τη θέρμανση) – έχουν αμβλυνθεί σημαντικά ή θα τεθούν πλήρως σε ισχύ μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, όπως η de facto κατάργηση των κινητήρων εσωτερικής καύσης έως το 2035.

Αυτές οι εξελίξεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ζήτηση δικαιωμάτων εκπομπών το 2027 και, επομένως, σε υψηλότερη τιμή άνθρακα.

Η ρύθμιση της θέρμανσης προκάλεσε αντιδράσεις

Η κατάσταση στην πατρίδα του, τη Γερμανία, ανησυχεί ιδιαίτερα τον Liese: «Την περασμένη άνοιξη, πολλοί άνθρωποι ήταν ακόμη αποφασισμένοι να εγκαταστήσουν κλιματικά ουδέτερα συστήματα θέρμανσης», δήλωσε, προσθέτοντας ότι «η συζήτηση για τον νόμο περί θέρμανσης προκάλεσε οπισθοδρόμηση».

Το 2023 οι Γερμανοί εγκατέστησαν 790.000 νέους λέβητες φυσικού αερίου – αριθμός ρεκόρ για τα τελευταία 20 χρόνια. Πολλοί λένε ότι αυτή η αύξηση οφειλόταν σε έναν πανικό της τελευταίας στιγμής, κατά τον οποίο οι ιδιοκτήτες σπιτιών έτρεξαν να εγκαταστήσουν νέους λέβητες αερίου πριν απαγορευτούν από τους επερχόμενους κανόνες.

Σχετικά με τις εκπομπές των μεταφορών, ο Liese υποστηρίζει ότι ο Γερμανός υπουργός Μεταφορών Volker Wissing (FDP/Renew) «δεν κάνει πραγματικά τίποτα» – επισημαίνοντας την πτώση των πωλήσεων ηλεκτρικών οχημάτων (12,2% του συνόλου των νέων οχημάτων τον Απρίλιο του 2024, έναντι 14,7% τον Απρίλιο του 2023).

Η αποτυχία της Γερμανίας να επιτύχει τους κλιματικούς της στόχους σε αυτούς τους δύο τομείς σημαίνει ότι «η πίεση στα πιστοποιητικά είναι τότε μεγαλύτερη και οι τιμές αυξάνονται», σύμφωνα με τον Liese.

Το ανώτατο όριο των 45 ευρώ «ένα πολύ μαλακό φρένο»

Άλλοι νομοθέτες συμμερίζονται την ανησυχία ότι οι τιμές θα ξεπεράσουν τα 45 ευρώ.

«Τα 45 ευρώ δεν είναι ένα αυτστηρό όριο στον τρέχοντα σχεδιασμό, αλλά μάλλον ένα πολύ μαλακό φρένο», δήλωσε ο Tiemo Wölken στο Euractiv, Γερμανός ευρωβουλευτής και συντονιστής περιβαλλοντικής πολιτικής της κεντροαριστερής ομάδας S&D.

«Οι τρέχουσες μελέτες […] υποθέτουν ότι η τιμή θα μπορούσε να αυξηθεί προς τα 200 ευρώ ανά τόνο», είπε επισημαίνοντας έρευνα της γερμανικής δεξαμενής σκέψης Agora Energiewende.

Για να αποφευχθούν οι «κοινωνικές ανισορροπίες», χρειάζονται περισσότερα χρήματα στο κοινωνικό ταμείο για το κλίμα της ΕΕ, ύψους 87 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο στοχεύει να μετριάσει τον αντίκτυπο της νέας τιμής άνθρακα στους φτωχότερους, δήλωσε ο Wölken.

«Είναι καλό να βλέπουμε ότι ο κ. Liese φαίνεται τώρα να συνειδητοποιεί αυτό που έχουμε ήδη επισημάνει στις διαπραγματεύσεις για το ETS», πρόσθεσε.

Ποια είναι τα μαθήματα που πρέπει να μάθουμε;

Τον Απρίλιο του περασμένου έτους, ο Liese δήλωσε ότι υπάρχει «σχετικά υψηλή» πιθανότητα οι τιμές να παραμείνουν κάτω από το όριο των 45 ευρώ – και ο συνάδελφος του Wölken στην ομάδα του Mohammed Chahim (PvdA/S&D) σημείωσε επίσης ότι «δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ήδη αυξήσεις των τιμών για τα νοικοκυριά».

Ενώ, τότε, παρόμοια σχόλια έκανε και ο διαπραγματευτής των Πρασίνων Michael Bloss, τώρα δήλωσε στο Euractiv ότι «γίνεται όλο και πιο πιθανό ότι το κόστος θα μπορούσε να αυξηθεί πάνω από τα 45 ευρώ λόγω του αποκλεισμού άλλων νομοθετικών ρυθμίσεων από το CDU».

Ο Bloss αναγνώρισε ότι τέτοιες αυξήσεις τιμών θα απειλούσαν την επιτυχία του προγράμματος, «καθώς είναι σαφές στην ΕΕ ότι μια πολύ υψηλή τιμή δεν είναι πολιτικά εφικτή στη Νότια Ευρώπη».

Για τον Liese, ωστόσο, το μάθημα από τον γερμανικό νόμο για τη θέρμανση -και οι επακόλουθες αντιδράσεις είναι θεμελιωδώς διαφορετικό.

«Στην πραγματικότητα πίστευα ότι είχαμε μάθει από τον νόμο για τη θέρμανση ότι ο ρυθμιστικός νόμος δεν οδηγεί σε καλύτερο αποτέλεσμα από την οικονομία της αγοράς», δήλωσε, κατηγορώντας τους Πράσινους ότι εξακολουθούν να πιστεύουν υπερβολικά στις κανονιστικές ρυθμίσεις – και τους Σοσιαλδημοκράτες ότι «αμφιταλαντεύονται» στην υποστήριξή τους για το ETS2.

Αντ’ αυτού, απαιτείται πιο στοχευμένη στήριξη για την υποστήριξη των νοικοκυριών με χαμηλό εισόδημα που θα κινηθούν προς κλιματικά ουδέτερες εναλλακτικές λύσεις, είπε: «Κοινωνικά προβλήματα υπάρχουν κυρίως μεταξύ εκείνων που κερδίζουν κάτω από το μέσο όρο».

«Η χαλάρωση του ETS2 δεν λύνει ούτε ένα πρόβλημα. Τότε θα πρέπει να ληφθούν και άλλα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών», δήλωσε ο Liese, προσθέτοντας ότι οι δράσεις αυτές «μπορεί να είναι πιο δαπανηρές και να συναντήσουν μεγαλύτερη αντίσταση».

 

Από Jonathan Packroff | Euractiv | Μεταφρασμένο από Μαριάνθη Πελεκανάκη


Print   Email

Related Articles