Με υπερδιπλάσια κέρδη, παρά τον σχεδόν αμετάβλητο τζίρο, έκλεισε το 2025 για την Ποτοποιία Ι. Βαρβαγιάννης. Η παλαιότερη εν λειτουργία ποτοποιία στη Λέσβο προχώρησε παράλληλα σε μια ηχηρή επιχειρηματική απόφαση, διακόπτοντας τη συνεργασία της με τα Duty Free.
Ο καθαρός κύκλος εργασιών της οικογενειακής εταιρείας, που εφέτος συμπληρώνει 166 χρόνια ζωής, διαμορφώθηκε στα 3,69 εκατ. ευρώ, έναντι 3,67 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας οριακή αύξηση 0,6%. Το κόστος πωλήσεων, αντίθετα, υποχώρησε κατά 11,6%, στα 1,94 εκατ. ευρώ από 2,20 εκατ. ευρώ, με αποτέλεσμα το μικτό κέρδος να αυξηθεί κατά 19%, στα 1,75 εκατ. ευρώ από 1,47 εκατ. ευρώ. Το μικτό περιθώριο ενισχύθηκε στο 47,3%, από περίπου 40% έναν χρόνο νωρίτερα.
Υπερδιπλασιάστηκαν τα καθαρά κέρδη
Η βελτίωση ήταν ακόμη εντονότερη στην τελική γραμμή. Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε περίπου 429 χιλ. ευρώ, από 212 χιλ. ευρώ το 2024, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά φόρων έφθασαν τις 332,8 χιλ. ευρώ, έναντι 162,7 χιλ. ευρώ την προηγούμενη χρήση, καταγράφοντας αύξηση περίπου 104%.
Την ίδια στιγμή, τα έξοδα διάθεσης αυξήθηκαν κατά περίπου 12%, στα 871,6 χιλ. ευρώ από 777,5 χιλ. ευρώ, εξέλιξη που η διοίκηση αποδίδει στις προωθητικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν μέσα στη χρονιά. Τα έξοδα διοίκησης κινήθηκαν ελαφρώς χαμηλότερα, στα 494,1 χιλ. ευρώ από 506,2 χιλ. ευρώ.
Οι δαπάνες για προβολή και διαφήμιση αυξήθηκαν στα 168,6 χιλ. ευρώ, έναντι 153,3 χιλ. ευρώ το 2024, ενώ περίπου 67 χιλ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε γευστικές δοκιμές. Αυξημένες ήταν και οι αμοιβές και τα έξοδα προσωπικού, που ξεπέρασαν το 1 εκατ. ευρώ, από 934,4 χιλ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Η εταιρεία απασχόλησε κατά μέσο όρο 36 εργαζομένους το 2025.
Γιατί σταμάτησε η συνεργασία με τα Duty Free
Για την οριακή αύξηση του κύκλου εργασιών, η διοίκηση επικαλείται, μεταξύ άλλων, τη διακοπή της συνεργασίας με την Καταστήματα Αφορολογήτων Ειδών ΑΕ. Ως προς τους λόγους της απόφασης είναι σαφής. Οι τιμές πώλησης ήταν πολύ χαμηλές και, σε ορισμένα προϊόντα, διαμορφώνονταν ακόμη και κάτω από το κόστος, όπως αναφέρεται στην έκθεση διαχείρισης.
Αποθέματα πάνω από 1,2 εκατ. ευρώ
Το συνολικό ενεργητικό της Βαρβαγιάννης αυξήθηκε στα 5,11 εκατ. ευρώ, από 4,77 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024. Τα ταμειακά διαθέσιμα ενισχύθηκαν στα 1,24 εκατ. ευρώ, έναντι 1,09 εκατ. ευρώ, ενώ οι εμπορικές απαιτήσεις περιορίστηκαν στα 1,13 εκατ. ευρώ από 1,21 εκατ. ευρώ.
Σημαντική αύξηση σημείωσαν τα αποθέματα, τα οποία ανήλθαν σε 1,23 εκατ. ευρώ, από 998,4 χιλ. ευρώ. Η μεγαλύτερη μεταβολή καταγράφεται στα έτοιμα και ημιτελή προϊόντα, που έφθασαν τις 661,5 χιλ. ευρώ, από 386,9 χιλ. ευρώ στο τέλος του 2024, αυξημένα κατά περίπου 71%.
Παράλληλα, η εταιρεία πραγματοποίησε μέσα στη χρήση προσθήκες περίπου 120 χιλ. ευρώ σε μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό.
Νέος τραπεζικός δανεισμός
Στο τέλος του 2025 η Βαρβαγιάννης εμφάνιζε τραπεζικό δανεισμό 357,1 χιλ. ευρώ, όταν στο τέλος του 2024 το αντίστοιχο ποσό ήταν πρακτικά μηδενικό.
Στην έκθεση διαχείρισης αναφέρεται επίσης ότι οι χρεωστικοί τόκοι που κατέβαλε η εταιρεία στις τράπεζες αυξήθηκαν λόγω της λήψης χρηματοδοτήσεων.
Οι συνολικές υποχρεώσεις ανήλθαν σε 930,9 χιλ. ευρώ, από 771,5 χιλ. ευρώ, ενώ η καθαρή θέση ενισχύθηκε στα 4,16 εκατ. ευρώ, έναντι 3,98 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024.
Το στοίχημα της εξωστρέφειας
Η περαιτέρω ανάπτυξη στο εξωτερικό αποτελεί ένα από τα επόμενα στοιχήματα για την ποτοποιία. Η Βαρβαγιάννης έχει παρουσία σε 25 αγορές του εξωτερικού, ενώ οι διεθνείς πωλήσεις αντιστοιχούν περίπου στο 10% του κύκλου εργασιών της.
Σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια είναι η ισχυρή διεθνής παρουσία του ίδιου του ούζου, που παραμένει ο πρωταγωνιστής των ελληνικών εξαγωγών αποσταγμάτων. Το 2025 οι εξαγωγές του διαμορφώθηκαν σε 61,4 εκατ. ευρώ και 24,4 εκατ. κιλά, παρά την υποχώρηση κατά 4,8% σε αξία και 4,5% σε ποσότητα σε σχέση με το 2024.
Έξι γενιές παραγωγοί ούζου
Η ιστορία της Βαρβαγιάννης αρχίζει πολύ μακριά από τη Λέσβο. Το 1860, σε ηλικία 55 ετών, ο Ευστάθιος Βαρβαγιάννης εγκατέλειψε την Οδησσό και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Πλωμάρι. Μαζί του έφερε την τέχνη της απόσταξης και έναν καλοδουλεμένο κωνσταντινοπολίτικο άμβυκα, ο οποίος αποτέλεσε τον πρώτο εξοπλισμό της νέας ποτοποιίας.
Μόλις δεκατρία χρόνια αργότερα ο ιδρυτής πέθανε και την επιχείρηση ανέλαβε ο 46χρονος γιος του, Ιωάννης. Το Πλωμάρι εκείνη την εποχή ζούσε στους ρυθμούς ενός ιδιαίτερα δραστήριου λιμανιού και ο Ιωάννης αξιοποίησε αυτή την εμπορική κίνηση για να βγάλει το ούζο της οικογένειας για πρώτη φορά πέρα από τα όρια της Λέσβου. Παράλληλα, επέκτεινε το αποστακτήριο, προσθέτοντας έναν ακόμη χάλκινο άμβυκα.
Μετά τον θάνατό του, το 1906, τη σκυτάλη πήρε ο πρωτότοκος γιος του Ευστάθιος, μόλις 27 ετών. Επί των ημερών του το ούζο Βαρβαγιάννη άρχισε να ταξιδεύει ακόμη μακρύτερα. Οι πρώτες εξαγωγές γίνονταν σε βαρέλια με προορισμό τη Βηρυτό και την Αλεξάνδρεια, ενώ τότε εμφιαλώθηκε για πρώτη φορά και το Μπλε Ούζο Βαρβαγιάννη.
Ο πόλεμος ανέκοψε την πορεία της επιχείρησης και για ένα διάστημα υπολειτουργούσε. Μετά την απελευθέρωση, το 1946, ο Ιωάννης, μοναχογιός του Ευστάθιου, ανέλαβε να την ξαναζωντανέψει. Έφερε νέο μηχανολογικό εξοπλισμό, εγκατέστησε ημιαυτόματο σύστημα εμφιάλωσης και πρόσθεσε δύο νέα αποστάγματα, το Ούζο Εύζων και το Ούζο Αφροδίτη. Οι εξαγωγές ξανάρχισαν, αυτή τη φορά με προορισμούς τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και τη Νότια Αφρική και αργότερα την Ευρώπη.
Για 127 χρόνια και τέσσερις γενιές στο τιμόνι της Βαρβαγιάννης βρισκόταν κάθε φορά ένα μόνο μέλος της οικογένειας. Η παράδοση αυτή έσπασε το 1987, όταν μετά τον θάνατο του Ιωάννη την επιχείρηση ανέλαβαν από κοινού τα τρία παιδιά του, Στάθης, Μανόλης και Βάγια. Η πέμπτη γενιά αύξησε την παραγωγική δυναμικότητα, μπήκε σε νέες αγορές του εξωτερικού και πρόσθεσε στην οικογένεια προϊόντων το Πράσινο Ούζο Βαρβαγιάννη.
Σήμερα στο προσκήνιο βρίσκεται η έκτη γενιά. Ο Γιάννης, ο Αντρέας, η Φωτεινή, η Μαρία, ο Γιάννης, η Ειρήνη και ο Γιάννης έχουν αναλάβει διαφορετικούς ρόλους στην επιχείρηση, συνεχίζοντας μια οικογενειακή ιστορία που ξεκίνησε με έναν αποστακτήρα από την Κωνσταντινούπολη και έφθασε σε μια ποτοποιία με παρουσία εντός και εκτός Ελλάδας.
Ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας βρίσκεται σήμερα δίπλα στα αποστακτήρια της οικογένειας στο Πλωμάρι, στο πρώτο Μουσείο Ούζου, όπου εκτίθενται παλιοί άμβυκες και εργαλεία της ποτοποιίας, ανάμεσά τους εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν για την εμφιάλωση και την επικόλληση της χαρακτηριστικής Μπλε ετικέτας.
Ξεχωρίζει το πρώτο καζάνι της οικογένειας, που κατασκευάστηκε το 1858 στην Κωνσταντινούπολη. Δύο χρόνια αργότερα θα βρισκόταν στο Πλωμάρι, στην αφετηρία μιας οικογενειακής επιχείρησης που συνεχίζει μέχρι σήμερα.
Πηγή: Της Ξανθής Γούναρη / forbesgreece.gr